αποκολλώ


αποκολλώ
αποκολλώ, αποκόλλησα βλ. πίν. 60

Τα ρήματα της νέας ελληνικής. 2013.

Look at other dictionaries:

  • αποκολλώ — (Α ἀποκολλῶ, άω) 1. ξεκολλώ 2. αποχωρίζω κάτι από κάτι άλλο, αποσπώ …   Dictionary of Greek

  • αποκολλώ — ησα, ήθηκα, ημένος, ξεκολλώ: Ήταν φιλοτελιστής και αποκολλούσε πολύ προσεκτικά τα γραμματόσημα …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • αφίσταμαι — (AM ἀφίσταμαι, Α και ἀφίστημι) 1. βρίσκομαι σε απόσταση, μακριά από κάποιον, απέχω 2. παραιτούμαι από κάτι, δεν μετέχω σε κάτι αρχ. Ι. ενεργ. 1. απομακρύνω, βάζω κατά μέρος, παραμερίζω, αποκλείω 2. εμποδίζω κάποιον να κάνει κάτι 3. ανατρέπω,… …   Dictionary of Greek

  • κολλώ — και κολνώ (AM κολλῶ, άω) 1. συνενώνω με κόλλα ή άλλο συνδετικό υλικό δύο ή περισσότερα αντικείμενα ή μέρη τού ίδιου πράγματος, συγκολλώ (α. «μού κόλλησε το τασάκι που έσπασε» β. «τά δὲ νεῡρα... περὶ τὸν τράχηλον ἐκόλλησεν», Πλάτ.) 2. συνδέω,… …   Dictionary of Greek

  • ξεκολλώ — και ξεκολνώ, άω 1. αποχωρίζω κάτι κολλημένο με κάτι άλλο, αποκολλώ («ξεκολλά τα γραμματόσημα από τα γράμματα») 2. απομακρύνω κάτι ή απομακρύνομαι από κάτι («δεν ξεκολλά ούτε στιγμή από τη γυναίκα του») …   Dictionary of Greek

  • ξεκαθίζω — ξεκάθισα, για πλοίο συνήθ., αποκολλώ πλοίο που προσάραξε …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • ξεκολλώ — ξεκόλλησα, ξεκολλήθηκα, ξεκολλημένος 1. αποχωρίζω κολλημένα πράγματα, αποκολλώ. 2. μτφ., απομακρύνω ή απομακρύνομαι από κάπου: Δεν μπορεί να ξεκολλήσει από τις παρέες του. 3. μτφ., πεθαίνω: Ξεκόλλησε κι αυτός …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)